εναπεργάζομαι


εναπεργάζομαι
ἐναπεργάζομαι (Α)
προκαλώ κάτι σε κάποιον ή σε κάτι («ταῡτα τοῑς ζῴοις ἐναπεργάζεται», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐναπεργαζόμενον — ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp masc acc sg ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργάζῃ — ἐναπεργάζομαι produce in pres subj mp 2nd sg ἐναπεργάζομαι produce in pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργαζομένη — ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργαζομένης — ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργαζόμενα — ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργαζόμεναι — ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργαζόμενος — ἐναπεργάζομαι produce in pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργάζεσθαι — ἐναπεργάζομαι produce in pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργάζεται — ἐναπεργάζομαι produce in pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεργάζονται — ἐναπεργάζομαι produce in pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.